Οι Κρήτες για δύο αιώνες μετά την βενετσιάνικη κατάκτηση (1204μΧ) και έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453μΧ) συνέχισαν να κρατούν το βυζαντινό ένδυμα που φόρεσαν μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (961μΧ). Κατόπιν αρχίζουν να ντύνονται με τη βενετσιάνικη μόδα.
ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 16ου αιώνα και περιλαμβάνει τα εξής τεμάχια: βράκα, κάλτσες, γελέκι (κλειστό ή ανοιχτό), «μεϊτάνι», «καπότο», πουκάμισο, ζώνη, σπαστό φεσάκι, ή «σαρίκι», ασημομάχαιρο, «καδένα» και «στιβάνια».
Την ράβουν και την κεντούν ειδικοί ραφτάδες, που ονομάζονται «τερζήδες». Το διακοσμητικό κέντημα γίνεται με βαθυκύανα ή μαύρα μεταξωτά στριφτά κορδονέτα, που λέγονται «χάρτζα» που φτιάχνονταν και πουλιόνταν από ειδικούς τεχνίτες, τους «καζάζηδες» ή τα έφερναν έμποροι και «τερζήδες» από την Αίγυπτο.
Το χαρακτηριστικό στοιχείο της φορεσιάς είναι η βράκα. Στη Δυτική Κρήτη την ονομάζουν «κάρτσα», ενώ στην ανατολική «σ(χ)ιαλβάρι». Επικράτησε, όμως, σε ολόκληρη την Κρήτη να λέγεται, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό των όρων, βράκες ή «σαλβάρια» και να εννοείται με αυτό, το σύνολο της φορεσιάς.
Το παραδοσιακό γιορτινό πουκάμισο του Κρητικού, υφαντό, μεταξωτό ή βαμβακερό, έχει χρώμα κυρίως άσπρο.
Το παραδοσιακό κεφαλοκάλυμμα της φορεσιάς είναι το κόκκινο σπαστό φεσάκι με τη μαύρη φούντα ή το «σαρίκι» με την μορφή της μεγάλης μαντήλας γνωστό ως «πέτσα». Το σύγχρονο πλεχτό μεταξωτό μαύρο σαρίκι, που θεωρείται στις μέρες μας το παραδοσιακό κεφαλοκάλυμμα του Κρητικού, με τα πυκνά κρόσσια που μοιάζουν με δάκρυα, έκανε την εμφάνισή του το δεύτερο τέταρτο του 20ου αιώνα στην κεντρική Κρήτη. Λέγεται πως έχει πολλά κρόσσια για να δείξει τα πολλά χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη και συμβολίζουν, με το σχήμα τους, τη θλίψη και το θρήνο που προκάλεσε το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου στα 1866.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς είναι το ασημομάχαιρο. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας λεγόταν «μπουνιάλο» ή «πουνιάλο». Επί Τουρκοκρατίας λεγόταν «πασαλής». Το τυπικό μαχαίρι με τη μορφή που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα παρουσιάστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα. Η λαβή ονομάζεται «μανίκα» και εμφανίζεται σε ποικιλία σχημάτων. Η πιο διαδεδομένη μορφή είναι αυτή που το τελείωμα της λαβής έχει σχήμα ουράς ψαριού ή αλλιώς σχήμα V. Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται «μαυρομάνικα». Το «μαυρομάνικο» μαχαίρι παλαιότερα λεγόταν και «σκουρομαχαίρα». Η θήκη του μαχαιριού ονομάζεται «φουκάρι» και είναι ασημένια καλαμιστή, δηλαδή σκαλισμένη με το καλέμι. Το ασημένιο φουκάρι είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και παρουσιάζει μεγάλη αισθητική αξία με πλουσιότατη διακόσμηση. Αποτελούσε το βασικό ανδρικό κόσμημα και δήλωνε την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του Κρητικού που το φορούσε, χαρακτηρίζοντας τους «καλόσειρους», δηλαδή τα ξεχωριστά πρόσωπα καθώς επίσης αποτελούσε ιερό και αναπόσπαστο μέρος του οπλισμού και της εξάρτησης των πολεμιστών.
Στα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του ΄50, εμφανίστηκε το χρυσό κέντημα στην αντρική κρητική φορεσιά, όταν συστάθηκε σώμα Κρητοβρακοφορεμένων στην τότε Ανακτορική Φρουρά (ονομαζόταν Στρατιωτικός Οίκος της Αυτού Μεγαλειότης - Σ.Ο.Α.Μ.). Ο σχεδιασμός της στολής του σώματος αυτού στηρίχθηκε στην παραδοσιακή φορεσιά των Κρητών, στη στολή της Κρητικής Χωροφυλακής και την ενδυμασία των Καβάσηδων. Από τη δεύτερη δανείστηκε το κόκκινο γελέκι και τον τύπο διακόσμησης του μιτανιού. Από την τρίτη την απόχρωση του διακόσμού της. Έτσι, τα λευκά σιρίτια των Κρητικών Χωροφυλάκων πήραν το χρυσαφί των Καβάσηδων και έγινε αυτό που, μέχρι σήμερα, κοσμεί τα ρούχα των Κρητών βρακοφόρων του Προεδρικού Μεγάρου.
Γυναικεία φορεσιά
Η είσοδος της βράκας στην Κρήτη έφερε μια αλλαγή στο φόρεμα της κρητικοπούλας, το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα. Υιοθετήθηκε από την αντρική φορεσιά το «μεϊτάνι» και ονομάστηκε «ζιπόνι» και αργότερα «χρυσοζίπονο» όταν άρχισε να κεντιέται με χρυσοκλωστές και να γεμίζει από χρυσά κεντήματα.
Αναπόσπαστο στοιχεία της φορεσιάς για την αρραβωνιασμένη κόρη ή την παντρεμένη γυναίκα τηε δυτικής και κεντρικής Κρήτης είναι το «μπασαλάκι» ή «πασαλάκι» η «αργυρομπουνιαλάκι». Είναι αργυροποίκιλτο μαχαιράκι με ασημένιο «φουκάρι», μικρογραφία του ανδρικού μαχαιριού. Αποτελεί παραδοσιακό δώρο του μνηστήρα στην αρραβωνιασμένη, με πολλόυς συμβολισμούς, η οποία έκτοτε το φορεί στη ζώνη της.
Κεφαλοκάλυμμα της Κρητικιάς σε όλη την Κρήτη, ήταν το μεταξούφαντο μαντήλι. Όταν αυτό ήταν ένα διάφανο χρυσοστόλιστο λευκό πέπλο, με επιρραμένα διάσπαρτα χρυσά νομίσματα, το έλεγαν «χρυσόπλεκτο». Στην δυτική Κρήτη εκτός από αυτό φορούσαν και ένα κόκκινο φεσάκι με μικρή φούντα σκεπασμένο με μαύρο τούλι, που το έλεγαν «παπάζι». Το δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα στις δυτικές επαρχίες έκανε την εμφάνισή του και το «βελιό» ή αλλιώς «φακιόλι» ή «φατσόλι» που ήταν μια βελούδινη μικρή σκούφια σε βυσσινί χρώμα με μαύρη δαντέλα στις παρυφές. Το «βελιο ήταν δείγμα οικονομικής άνεσης του γαμπρού, ο οποίος το πρόσφερε στη νύφη μαζί με άλλα γαμήλια δώρα.
Οι βασικοί τύποι των γιορτινών γυναικείων ενδυμασιών της Κρήτης, που έφθασαν μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα είναι: «η φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι», η «Σάρτζα» και η «Κούδα». Από αυτές προέρχονται πολλές παραλλαγές ή τοπικές ονομασίες, όπως η «Σφακιανή», η «Χανιώτικη», η «Μεσσαρίτικη», η «Ρεθυμνιώτικη», η «Κριτσιώτικη» κα. Στοιχεία όπως η ζώνη και η ποδιά προέρχονται από τα βυζαντινά γυναικεία ρούχα του 11ου αιώνα.
Η «φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι» παρουσιάστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα αλλά έχει τα παλαιότερα στοιχεία και φορέθηκε σε όλη σχεδόν την Κρήτη, ιδιαίτερα όμως στη δυτική ως επίσημη και γιορτινή. Αποτελείται από το «ζιπόνι», το «μεταξωτό μακρύ πουκάμισο», τη «φούστα» ή αλλίώς «ρούχο», όπως λέγεται το μακρύ μεταξωτό φουστάνι από στόφα ή δαμάσκο, το «σπαλέτο» (ένα μεταξωτό μαντήλι που δένεται στο λαιμό), τη μεταξωτή ζώνη, την ποδιά, το «μπασαλάκι» ,μέσα στη ζώνη και για κεφαλοκάλυμμα το μεταξοϋφαντο μαντήλι ή το «παπάζι» ή το «βελιό».